Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Δύο Θεοδωρίδου και ένας Καραφώτης στην όπερα του Τσιτσάνη


Εκείνοι βάζουν τις φωνές τους και ο Τσιτσάνης τα τραγούδια του. Με μια μοναδική συνεργασία, αφιερωμένη στον κορυφαίο συνθέτη στην επέτειο των 30 χρόνων από τον θάνατό του, η σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου, η Νατάσα Θεοδωρίδου και ο Κώστας Καραφώτης ενώνουν για πρώτη φορά τις φωνές τους και «παντρεύοντας» τον λαϊκό και τον συμφωνικό ήχο ταξιδεύουν το έργο του Βασίλη Τσιτσάνη όπου υπάρχουν Ελληνες. Η τολμηρή και καινοτόμα πρωτοβουλία ανήκει στον διεθνώς αναγνωρισμένο μαέστρο -και έναν από τους σημαντικότερους του κόσμου- Θεόδωρο Ορφανίδη, ο οποίος με τη συμφωνική ορχήστρα του Οrchestra Mobile, που αποτελείται από 30 καταξιωμένους μουσικούς, μετέτρεψε τις λαϊκές φόρμες του δημιουργού σε συμφωνικές, χαρίζοντας νέα πνοή στο σπουδαίο έργο του πρώτου συνθέτη λαϊκών τραγουδιών της Ελλάδας.

Επί σκηνής, εκτός από τους τρεις τραγουδιστές και την παγκοσμίου φήμης ορχήστρα, θα βρίσκεται και χορωδία 40 ατόμων, με το τελικό αποτέλεσμα να φαντάζει μεγαλειώδες. «Οι πρώτες συναυλίες θα δοθούν στην Ελλάδα. Μαζί με τους καλλιτέχνες θα επισκεφτούμε σημαντικούς χώρους. Αμέσως μετά θα ταξιδέψουμε και στο εξωτερικό, αφού έχουμε ήδη κλείσει τις πρώτες εμφανίσεις μας σε Βερολίνο, Αμστερνταμ, Βρυξέλλες» αποκαλύπτει για πρώτη φορά στην «Espresso της Κυριακής» ο Θεόδωρος Ορφανίδης, που αυτή την περίοδο μαζί με τους τρεις καλλιτέχνες βρίσκεται σε πρόβες, ενώ συζητά πολλές προτάσεις που του έχουν γίνει εκτός συνόρων.

«Σε αυτή τη φάση είναι σημαντικό για εμάς να καταφέρουμε να ταιριάξουμε στο 100% τις τρεις διαφορετικές φωνές μεταξύ τους. Η σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου προέρχεται από τον χώρο του λυρικού τραγουδιού, μαθημένη σε άριες και κλασικά τραγούδια, η Νατάσα Θεοδωρίδου είναι μια κορυφαία λαϊκή τραγουδίστρια και ο Κώστας Καραφώτης ένας τραγουδιστής του έντεχνου και πιο λαϊκού τραγουδιού. Οι καλλιτέχνες, εκτός από τις στιγμές που θα εμφανίζονται ο κάθε ένας μόνος του στη σκηνή, θα έχουν αρκετά ντουέτα μεταξύ τους, ενώ δεν θα είναι και λίγες οι στιγμές που θα συναντηθούν επί σκηνής και οι τρεις μαζί. Και φυσικά μην ξεχνάμε και τη συνύπαρξη των λαϊκών οργάνων, όπως είναι το μπουζούκι, με τα κλασικά της συμφωνικής ορχήστρας».

Το project από την αρχή της γέννησής του μέχρι και τις πρώτες πρόβες που εξελίσσονται σήμερα αγκάλιασαν με σεβασμό και οι τρεις καλλιτέχνες, καθώς τους δίνεται η ευκαιρία να ταξιδέψουν μέσα από τις φωνές τους στον χρόνο με τραγούδια που εξακολουθούν να αγαπιούνται από το κοινό. Οι μουσικόφιλοι θα έχουν για πρώτη φορά την εμπειρία να απολαύσουν το πάντρεμα της σπουδαίας σοπράνο Σόνιας Θεοδωρίδου, με την κορυφαία λαϊκή τραγουδίστρια Νατάσα Θεοδωρίδου και του Κώστα Καραφώτη.

«Δύο Θεοδωρίδου και ένας Καραφώτης είναι έτοιμοι να δώσουν την ψυχή τους για τη σπουδαία αυτή δουλειά, αφιερωμένη στον πραγματικά αξέχαστο Βασίλη Τσιτσάνη» αναφέρει στην «Espresso της Κυριακής» η Σόνια Θεοδωρίδου, η οποία με τον σύζυγό της, μαέστρο Θεόδωρο Ορφανίδη, διαπρέπει στο εξωτερικό, έχοντας εμφανιστεί στα σπουδαιότερα λυρικά θέατρα. «Θα έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για το κοινό το μουσικό αυτό πάντρεμα που κάνουμε επί σκηνής. Θα είναι η πρώτη φορά που τρεις διαφορετικοί μουσικά καλλιτέχνες θα συναντηθούν σε μια τόσο μεγάλη παραγωγή» εξηγεί η Σόνια Θεοδωρίδου, προσθέτοντας πως ο πρώτος που είχε προσπαθήσει να την «παρασύρει» να τραγουδήσει τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη ήταν ο αξέχαστος φίλος της και συνεργάτης της Μάνος Χατζιδάκις.

«Οταν ο αγαπημένος μου Μάνος με άκουγε να τραγουδάω με αποκαλούσε Μαρίκα Νίνου του κλασικού τραγουδιού. Μάλιστα πολλές φορές μου έλεγε να μελετήσω τα τραγούδια που είχε γράψει για τη φωνή της ο Βασίλης Τσιτσάνης. Εγώ του έλεγα ότι δεν μπορούσα να τα τραγουδήσω, αφού άλλη ήταν η πορεία μου κι εκείνος συνέχιζε να με εκλιπαρεί να τα μελετήσω. Πολύ αργότερα, όταν τελικά καταπιάστηκα με το έργο του Τσιτσάνη, κατάλαβα τι εννοούσε. Και είχε απόλυτο δίκιο. Οσο πιο βαθιά μπαίνω στο έργο του, τόσο ανακαλύπτω πόσο σπουδαίος ήταν. Κατάλαβα πόσο κλασικά ήταν τοποθετημένες οι τραγουδίστριες αυτές, σε υψηλές νότες, όπως οι κλασικές ερμηνεύτριες».

Ο Βασίλης Τσιτσάνης συναντήθηκε μουσικά με τη Μαρίκα Νίνου το 1946 και η συνεργασία τους υπήρξε καθοριστική στη ζωή και των δύο. Η Μαρίκα Νίνου υπήρξε θρυλική μετα-ρεμπέτικη τραγουδίστρια με καταλυτική επίδραση στο έργο του συνθέτη. Το ντουέτο Τσιτσάνη - Νίνου κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού.

«Αυτά τα σπουδαία τραγούδια θα ερμηνεύσουμε κι εμείς, όπως το “Συννεφιασμένη Κυριακή“, τα “Καβουράκια” και όλα αυτά τα τραγούδια που μέχρι και σήμερα ακούμε. Είναι μεγάλη η χαρά μου για τη συνεργασία με τη Νατάσα Θεοδωρίδου που την αγαπώ ως άνθρωπο και ως σπουδαία ερμηνεύτρια και με τον Κώστα Καραφώτη, ένα νέο παιδί με σπάνια καλλιτεχνική φλέβα. Ο Κώστας είναι και από τα Τρίκαλα, την πόλη του Τσιτσάνη. Για τη γνωριμία μας ευθύνεται η Νατάσα, που τον πιστεύει πάρα πολύ και δεν έχει καθόλου άδικο, αφού θεωρώ πως ο Καραφώτης έχει πολύ μέλλον στο μουσικό πεντάγραμμο» καταλήγει η Σόνια Θεοδωρίδου.

Η μελέτη του Θεόδωρου Ορφανίδη για το φαινόμενο
Αφορμή για τον καταξιωμένο μαέστρο Θεόδωρο Ορφανίδη να ασχοληθεί με τα μουσικά αριστουργήματα του Βασίλη Τσιτσάνη είναι η συμπλήρωση των 30 χρόνων από τον θάνατο του συνθέτη αλλά και το σπουδαίο έργο του, που έχει μελετήσει αρκετές φορές. «Φέτος κλείνουν τρεις δεκαετίες από τον θάνατό του, ενώ του χρόνου συμπληρώνεται ένας αιώνας από τη γέννησή του. Μια καλή ευκαιρία λοιπόν για να θυμηθούν οι μεγαλύτεροι και να γνωρίσουν οι μικρότεροι ποιος πραγματικά ήταν μουσικά ο Βασίλης Τσιτσάνης» αναφέρει ο Θεόδωρος Ορφανίδης, ο οποίος ύστερα από πολυετή μελέτη μάς αναλύει το φαινόμενο Βασίλης Τσιτσάνης.

«Ο Βασίλης Τσιτσάνης μάς πρόσφερε για πρώτη φορά ένα εμπνευσμένο, ολοκληρωμένο έργο. Ενα λαϊκό τραγούδι ντυμένο με τα επαναστατικά μουσικά εκφραστικά στοιχεία που έλειπαν μέχρι εκείνη την ώρα από τη μουσική παιδεία των Ελλήνων και που πάνω του επένδυσαν με τα λαϊκά και, άρα εθνικά μουσικά χρώματα, το τεράστιο έργο τους ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης και τόσοι άλλοι νεότεροι Ελληνες συνθέτες.

Ο Τσιτσάνης ξεκαθάρισε γλωσσικά το ελληνικό τραγούδι από τη λεκτικά περιορισμένη αλλά και κακόφωνη περιθωριακή αργκό και έκανε το παρεξηγημένο ρεμπέτικο τραγούδι λαϊκό, καθημερινό βίωμα όλων των στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. Με μοναδικές μελωδίες και αρμονική συγκρότηση άνοιξε καινούργιους δρόμους μουσικής έκφρασης. Πλούτισε τη θεματολογία από τις προσωπικές συναισθηματικές σχέσεις, τη χαρά του έρωτα, την απόλαυση της ζωής, τον πόνο του χωρισμού, πέρασε με μοναδικό τρόπο στην κοινωνική αδικία, την ανισότητα και την καταπίεση στον όλεθρο του πολέμου και του εμφύλιου σπαραγμού. Το έργο του Τσιτσάνη είναι εμπνευσμένο και ανυπέρβλητο. Αν και το μπουζούκι δεν είναι ένα όργανο για σύνθεση, αυτό δεν τον εμπόδισε τα συλλάβει τις μεγάλες του μουσικές εμπνεύσεις και να τις μετατρέψει σε υπέροχα λαϊκά τραγούδια, που αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν από όλα τα κοινωνικά στρώματα».

Αυτό ήταν κάτι που είχε υποστηρίξει αρκετές φορές σε αναφορές και δηλώσεις του και ο ίδιος ο Βασίλης Τσιτσάνης, που είχε πει χαρακτηριστικά για τη μουσική πορεία του: «Τίποτα δεν αγνόησα στα τραγούδια μου, διότι και αυτό το θεωρούσα χρέος. Εγραψα για την Ελλάδα, για τη φτώχεια, για τη γυναίκα, για την εργατιά, για τον πόνο, για την αδικία, για τον χαμό, για τη φυγή, για τη λευτεριά, για τον πόθο, για το ανικανοποίητο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου